Μετάφραση του "Suur" σε Ελληνικά
Οι οξύ, ξινός, οξύ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Suur" σε Ελληνικά.
Suur
-
οξύ
nounχημικών ουσιών που εμφανίζει ένα σύνολο κοινών ιδιοτήτων, γνωστών ως «όξινος χαρακτήρας» ή «όξινη αντίδραση».
Wanneer die glas gebreek is, het die suur en die ontvlambare mengsel verbind en aan die brand geslaan.
Όταν έσπαζε το γυαλί, το οξύ και ο εύφλεκτος πολτός ενώνονταν, κι αυτό προκαλούσε ανάφλεξη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Suur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
suur
-
ξινός
adjective masculine -
οξύ
noun neuterWanneer die glas gebreek is, het die suur en die ontvlambare mengsel verbind en aan die brand geslaan.
Όταν έσπαζε το γυαλί, το οξύ και ο εύφλεκτος πολτός ενώνονταν, κι αυτό προκαλούσε ανάφλεξη.
-
οξύς
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- οξέα
- δριμύς
- καυστικός
Φράσεις παρόμοιες με "Suur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Οργανικό οξύ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη