Μετάφραση του "Woud" σε Ελληνικά
Οι δάσος, δάσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Woud" σε Ελληνικά.
Woud
-
δάσος
nounπυκνή συστάδα δένδρων που καλύπτει σχετικά μεγάλη περιοχή
Die godsdienslafaards het haar in ’n nabygeleë woud ingesleep en haar geskiet.
Αυτοί οι άνανδροι θρησκευόμενοι την έσυραν σε ένα κοντινό δάσος και την πυροβόλησαν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Woud " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
woud
-
δάσος
noun neuterDie godsdienslafaards het haar in ’n nabygeleë woud ingesleep en haar geskiet.
Αυτοί οι άνανδροι θρησκευόμενοι την έσυραν σε ένα κοντινό δάσος και την πυροβόλησαν.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη