Μετάφραση του "bedryf" σε Ελληνικά

Οι πραγματοποιώ, επάγγελμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bedryf" σε Ελληνικά.

bedryf
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • πραγματοποιώ

    verb
  • επάγγελμα

    noun neuter

    Ouers dwing seuns sowel as meisies, maar meer dikwels meisies, in hierdie verlagende bedryf in.

    Οι γονείς εξαναγκάζουν τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια σε αυτό το εξαχρειωτικό επάγγελμα, αλλά πιο συχνά τα κορίτσια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bedryf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bedryf" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επιπλέω · πιέζω · πλέω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bedryf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη