Μετάφραση του "beginsel" σε Ελληνικά
Το στοιχείο είναι η μετάφραση του "beginsel" σε Ελληνικά.
beginsel
-
στοιχείο
noun neuterDie gevolg was ’n samesmelting wat beginsels van Boeddhisme, spiritisme en vooroueraanbidding ingesluit het.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα κράμα στοιχείων που προέρχονταν από το Βουδισμό, τον πνευματισμό και την προγονολατρία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " beginsel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη