Μετάφραση του "berg" σε Ελληνικά

Οι βουνό, όρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "berg" σε Ελληνικά.

berg verb noun γραμματική
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • βουνό

    noun neuter

    groot landvorm wat bo die beperkte omliggende gebied strek

    Twee vroue uit Tokio het die toewysing gehad om ’n afgeleë dorp in die berge te dek.

    Δύο γυναίκες από το Τόκιο είχαν διορισμό να εργαστούν σ’ ένα απόμερο χωριό στα βουνά.

  • όρος

    noun neuter

    Dit is die “klip” wat uit die “berg” van Jehovah se universele sowereiniteit losraak.

    Είναι ο «λίθος» που αποκόπηκε από το «όρος» της παγκόσμιας κυριαρχίας του Ιεχωβά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " berg " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "berg"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "berg" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη