Μετάφραση του "botter" σε Ελληνικά

Οι βούτυρο, Βούτυρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "botter" σε Ελληνικά.

botter verb noun γραμματική
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • βούτυρο

    noun neuter

    βούτυρο

    Maar in die meeste gevalle word botter of kaas reg daar in die berghutte gemaak.

    Αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις γίνεται βούτυρο ή τυρί εκεί πάνω, στις ορεινές καλύβες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " botter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Botter
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • Βούτυρο

    14 Botter van die beeste en melk van die kleinvee+

    14 Βούτυρο από τις αγελάδες και γάλα από το ποίμνιο του έδινε+

Εικόνες με "botter"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "botter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη