Μετάφραση του "bron" σε Ελληνικά
Οι πηγή, ανάβρα, κεφαλάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bron" σε Ελληνικά.
bron
-
πηγή
noun feminineDit bevat inligting wat onmoontlik uit ’n menslike bron kon kom.
Περιέχει πληροφορίες που είναι αδύνατον να προήλθαν από ανθρώπινη πηγή.
-
ανάβρα
noun feminine -
κεφαλάρι
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- νερομάνα
- προέλευση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bron " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bron" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κρατέρωμα · μπρούντζος
-
αξιόπιστη προέλευση
-
μπρούντζος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη