Μετάφραση του "dom" σε Ελληνικά
Οι βλάκας, ανόητος, ηλίθιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dom" σε Ελληνικά.
dom
-
βλάκας
noun masculine -
ανόητος
noun masculineSommige mense sou waarskynlik sê dat Jodie dom was om so eerlik te wees.
Ορισμένοι θα έλεγαν πιθανώς ότι ο Τζόντι ήταν ανόητος που ενήργησε με τόση εντιμότητα.
-
ηλίθιος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πέτρος Β’ της Βραζιλίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη