Μετάφραση του "geweld" σε Ελληνικά
Οι βία, βιαιοπραγία, βιαιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geweld" σε Ελληνικά.
geweld
-
βία
noun feminineWat selfs traumatieser as die knellende armoede is, is die geweld wat die lewe van soveel vroue verwoes.
Ακόμη πιο τραυματική εμπειρία από τη βασανιστική φτώχεια είναι η βία που καταστρέφει τη ζωή τόσο πολλών γυναικών.
-
βιαιοπραγία
noun feminine -
βιαιότητα
noun feminineEk het alleen gevoel, vasgevang in ’n verdorwe omgewing en moes voor allerhande dreigemente en geweld swig.
Ένιωθα μόνη, παγιδευμένη σ’ ένα διεφθαρμένο περιβάλλον και αναγκασμένη να ενδίδω σε κάθε απειλή και βιαιότητα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ορμητικότητα
- παραφορά
- σφοδρότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " geweld " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη