Μετάφραση του "gewoon" σε Ελληνικά
Το κοινός είναι η μετάφραση του "gewoon" σε Ελληνικά.
gewoon
-
κοινός
adjective masculineEen rede was sy gewildheid by die gewone mense, op wie die godsdiensleiers neergesien het.
Ένας λόγος ήταν η απήχηση που είχε στον κοινό λαό, τον οποίο εκείνοι περιφρονούσαν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gewoon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "gewoon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κοινό έτος
-
συνήθεια
-
Μικρονεραλλίδα
-
απλό κείμενο
-
Φραγκόκοτα
-
Νυχτοκόρακας
-
κατοικώ · μένω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη