Μετάφραση του "gom" σε Ελληνικά

Οι κόλλα, κολλα, αυτοκόλλητο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gom" σε Ελληνικά.

gom
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • κόλλα

    noun feminine

    Die gom het sterk dampe afgegee wat sleg geruik het, en die hitte was amper onuithoudbaar.

    Τα δοχεία με την κόλλα ανέδιδαν έντονες, δύσοσμες αναθυμιάσεις και η ζέστη ήταν σχεδόν αφόρητη.

  • κολλα

    noun
  • αυτοκόλλητο

    Noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κολλητική ουσία
    • συγκολλητικό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Gom
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • Κόλλα

    Die gom het sterk dampe afgegee wat sleg geruik het, en die hitte was amper onuithoudbaar.

    Τα δοχεία με την κόλλα ανέδιδαν έντονες, δύσοσμες αναθυμιάσεις και η ζέστη ήταν σχεδόν αφόρητη.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη