Μετάφραση του "in" σε Ελληνικά
Οι μέσα, εισπράττω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "in" σε Ελληνικά.
in
adverb
adposition
-
μέσα
adverbDaar is gemiddeld net een of twee ouere manne in elke gemeente.
Κατά μέσο όρο, υπάρχουν μόνο ένας ή δυο πρεσβύτεροι σε κάθε εκκλησία.
-
εισπράττω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " in " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "in" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μεθοδιστικό πανεπιστήμιο του Οχάιο
-
Διοίκηση Επιχειρήσεων
-
πληκτρολογώ
-
Δημόσιες Σχέσεις
-
εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος
-
έγκυος
-
Χριστάδελφος
-
Μήλα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη