Μετάφραση του "in" σε Ελληνικά

Οι μέσα, εισπράττω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "in" σε Ελληνικά.

in adverb adposition
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • μέσα

    adverb

    Daar is gemiddeld net een of twee ouere manne in elke gemeente.

    Κατά μέσο όρο, υπάρχουν μόνο ένας ή δυο πρεσβύτεροι σε κάθε εκκλησία.

  • εισπράττω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " in " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "in" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "in" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη