Μετάφραση του "jong" σε Ελληνικά
Οι νεαρός, αγόρι, νέος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jong" σε Ελληνικά.
jong
noun
adjective
γραμματική
-
νεαρός
noun masculineSoos die verlore seun het hierdie jong vrou onafhanklikheid gesoek.
Όπως ο άσωτος, αυτή η νεαρή γυναίκα επιζητούσε την ανεξαρτησία.
-
αγόρι
noun neuter“Sally het alewig gepraat oor hoe fantasties geslagsomgang met haar kêrel was”, het een jong vrou gesê.
«Η Σάλι μιλούσε διαρκώς για το πόσο υπέροχο ήταν το σεξ με το αγόρι της», είπε μια κοπέλα.
-
νέος
nounDie jong man het tog sekerlik nie gerebelleer omdat sy vader hardvogtig, gewelddadig of te streng was nie!
Σίγουρα αυτός ο νέος δεν στασίασε επειδή ο πατέρας του ήταν σκληρός, καταπιεστικός ή υπερβολικά αυστηρός!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " jong " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "jong"
Φράσεις παρόμοιες με "jong" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πουλάδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη