Μετάφραση του "long" σε Ελληνικά

Οι πνεύμονας, Πνεύμονας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "long" σε Ελληνικά.

long
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • πνεύμονας

    noun masculine

    Ander help om suurstof van die longe na die res van die liggaam te neem.

    Άλλες βοηθούν στη μεταφορά οξυγόνου από τους πνεύμονες προς το υπόλοιπο σώμα μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " long " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Long
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • Πνεύμονας

    Longe Vernietig lugsakkies, veroorsaak ontsteking van die lugweë en vergroot die gevaar om longkanker te kry met tot 23 keer

    Πνεύμονες Καταστρέφει τις κυψελίδες, προκαλεί φλεγμονή στους αεραγωγούς και αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα ως και 23 φορές

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "long" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη