Μετάφραση του "moeder" σε Ελληνικά

Οι μάνα, μητέρα, μαμά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moeder" σε Ελληνικά.

moeder noun γραμματική
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • μάνα

    noun feminine

    Die bakterieë spring aan die werk, en drie tot vier dae later bedek moeder van asyn die oppervlak van die wyn.

    Τα βακτηρίδια πιάνουν δουλειά, και τρεις με τέσσερις μέρες αργότερα, η «μάνα του ξιδιού» καλύπτει την επιφάνεια του κρασιού.

  • μητέρα

    noun feminine

    Wanneer ’n kind sterf, is dit besonder moeilik vir die moeder.

    Όταν ένα παιδί πεθάνει, είναι ιδιαίτερα σκληρό για τη μητέρα.

  • μαμά

    noun feminine

    Die kinders se gunstelingaktiwiteit saam met hulle moeder was om “aandete saam te geniet”.

    Η αγαπημένη δραστηριότητα των παιδιών με τη μαμά τους ήταν να «τρώνε μαζί».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moeder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "moeder"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moeder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη