Μετάφραση του "onderneming" σε Ελληνικά
Οι επιχείρηση, επιχείρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "onderneming" σε Ελληνικά.
onderneming
-
επιχείρηση
noun feminineOns het ’n onderneming opgegee wat my na aan die hart gelê het.
Εμείς εγκαταλείψαμε μια επιχείρηση η οποία με ενδιέφερε πολύ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " onderneming " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Onderneming
-
επιχείρηση
nounεταιρεία ή ομάδα ανθρώπων που επιτρέπεται να ενεργούν ως μία ενιαία οντότητα και αναγνωρίζεται ως τέτοια από νομική άποψη
’n Onderneming gaan jou ongetwyfeld iets kos.
Αναμφίβολα, το να έχετε επιχείρηση θα σας κοστίσει κάτι.
Φράσεις παρόμοιες με "onderneming" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διοίκηση Επιχειρήσεων
-
Δημόσιες Σχέσεις
-
εταιρικός χρηματοδότηση
-
γενικός διευθυντής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη