Μετάφραση του "ouderdom" σε Ελληνικά

Το ηλικία είναι η μετάφραση του "ouderdom" σε Ελληνικά.

ouderdom
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • ηλικία

    noun feminine

    Meisies het gewoonlik reeds op ’n vroeë ouderdom gaatjies in hulle ore laat maak.

    Κανονικά τα κορίτσια τρυπούσαν τα αφτιά τους σε μικρή ηλικία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ouderdom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ouderdom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη