Μετάφραση του "pen" σε Ελληνικά
Το στυλό είναι η μετάφραση του "pen" σε Ελληνικά.
pen
-
στυλό
noun neuterHy het ’n pen in my hand gesit en gesê dat ek my naam moet teken.
Έβαλε ένα στυλό στο χέρι μου και απαίτησε να υπογράψω.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "pen"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη