Μετάφραση του "persoon" σε Ελληνικά

Οι άτομον, πρόσωπο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "persoon" σε Ελληνικά.

persoon noun γραμματική

Lewende menslike wese

+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • άτομον

    Lewende menslike wese

  • πρόσωπο

    noun

    Ένα άτομο

    Maar heilige gees is nie ’n persoon wat werklik dink of sy eie denkwyse het nie.

    Αλλά το άγιο πνεύμα δεν είναι πρόσωπο που σκέφτεται ή έχει το δικό του τρόπο σκέψης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " persoon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "persoon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη