Μετάφραση του "pomp" σε Ελληνικά
Οι αντλία, τρόμπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pomp" σε Ελληνικά.
pomp
-
αντλία
noun feminineDie brandstof vir die elektriese kragopwekker vir ons pomp het egter begin klaar raak.
Όμως το απόθεμα καυσίμων που είχαμε για την εγκατάσταση της ηλεκτρικής γεννήτριας για την αντλία άρχισε να εξαντλείται.
-
τρόμπα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pomp " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη