Μετάφραση του "skool" σε Ελληνικά
Οι σχολείο, διαπαιδαγωγώ, διδάσκω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "skool" σε Ελληνικά.
skool
noun
γραμματική
-
σχολείο
noun neuterinstelling wat ontwerp is vir die onderrig van studente, ook skoliere genoem, onder die leiding van onderwysers
Ek wil nie skool toe gaan nie.
Δε θέλω να πάω σχολείο.
-
διαπαιδαγωγώ
-
διδάσκω
verbIemand wat so ’n skool bywoon, sal ’n aantal weke lank saam met seuns en onderwysers bly wat nie aanbidders van Jehovah is nie.
Επί αρκετές εβδομάδες, ο διδασκόμενος θα συναναστρέφεται στενά με αγόρια και δασκάλους που δεν είναι λάτρεις του Ιεχωβά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκπαιδεύω
- σχολή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " skool " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "skool"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη