Μετάφραση του "stem" σε Ελληνικά

Οι φωνή, ψηφίζω, ψηφοφορία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stem" σε Ελληνικά.

stem verb noun γραμματική
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • φωνή

    noun feminine

    Ná die operasie haal die pasiënt deur hierdie opening asem—maar hy het sy stem verloor.

    Μετά την εγχείρηση, ο ασθενής αναπνέει από αυτό το άνοιγμα —αλλά έχει χάσει τη φωνή του.

  • ψηφίζω

    verb

    Hy het geweier om ten gunste van die hoër hof se onregverdige veroordeling van Jesus te stem.

    Αυτός αρνήθηκε να ψηφίσει υπέρ της άδικης ενέργειας που έκανε το ανώτατο δικαστήριο εις βάρος του Ιησού.

  • ψηφοφορία

    noun feminine

    In party lande word dit as verpligtend beskou om in politieke verkiesings te stem.

    Σε μερικές χώρες, η ψηφοφορία στις πολιτικές εκλογές θεωρείται υποχρέωση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stem " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Stem
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • Φωνή

    “Pas op vir ‘die stem van vreemdelinge’” het die gehoor se aandag geboei.

    Η ομιλία «Να Φυλάγεστε από “τη Φωνή των Ξένων”» αιχμαλώτισε την προσοχή του ακροατηρίου.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stem" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη