Μετάφραση του "stof" σε Ελληνικά
Οι σκόνη, κονιορτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stof" σε Ελληνικά.
stof
-
σκόνη
noun feminineDie as het stof geword en was oral in die lug.
Οι στάχτες έγιναν σκόνη που γέμισε τον αέρα και έπεσε πάνω σε όλους τους Αιγυπτίους.
-
κονιορτός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stof " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "stof" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σκόνη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη