Μετάφραση του "suur" σε Ελληνικά

Οι ξινός, οξύ, οξύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suur" σε Ελληνικά.

suur
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • ξινός

    adjective masculine
  • οξύ

    noun neuter

    Wanneer die glas gebreek is, het die suur en die ontvlambare mengsel verbind en aan die brand geslaan.

    Όταν έσπαζε το γυαλί, το οξύ και ο εύφλεκτος πολτός ενώνονταν, κι αυτό προκαλούσε ανάφλεξη.

  • οξύς

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οξέα
    • δριμύς
    • καυστικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Suur
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • οξύ

    noun

    χημικών ουσιών που εμφανίζει ένα σύνολο κοινών ιδιοτήτων, γνωστών ως «όξινος χαρακτήρας» ή «όξινη αντίδραση».

    Wanneer die glas gebreek is, het die suur en die ontvlambare mengsel verbind en aan die brand geslaan.

    Όταν έσπαζε το γυαλί, το οξύ και ο εύφλεκτος πολτός ενώνονταν, κι αυτό προκαλούσε ανάφλεξη.

Φράσεις παρόμοιες με "suur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη