Μετάφραση του "sweep" σε Ελληνικά
Οι καμουτσίκι, καμτσίκι, μαστίγιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sweep" σε Ελληνικά.
sweep
-
καμουτσίκι
noun -
καμτσίκι
noun -
μαστίγιο
noun neuterDit kan ook leun, balanseer, ’n sweep gebruik en die rydier stuur.
Μπορεί επίσης να σκύβει, να ισορροπεί, να χρησιμοποιεί μαστίγιο και να κατευθύνει το ζώο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sweep " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Sweep
-
μαστίγιο
nounDit kan ook leun, balanseer, ’n sweep gebruik en die rydier stuur.
Μπορεί επίσης να σκύβει, να ισορροπεί, να χρησιμοποιεί μαστίγιο και να κατευθύνει το ζώο.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη