Μετάφραση του "term" σε Ελληνικά
Το όρος είναι η μετάφραση του "term" σε Ελληνικά.
term
-
όρος
nounΟνομασία έννοιας ή πράγματος.
Die term “doopkapel” verwys gewoonlik na ’n kerkgebou of deel van ’n kerk waar doopseremonies gehou word.
Ο όρος «βαπτιστήριο» αναφέρεται συνήθως σε ένα εκκλησιαστικό οικοδόμημα ή μέρος κάποιου ναού, όπου λαβαίνουν χώρα τελετές βαφτίσματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " term " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη