Μετάφραση του "vertroue" σε Ελληνικά

Οι αξιοπιστία, εμπιστοσύνη, πίστη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vertroue" σε Ελληνικά.

vertroue
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • αξιοπιστία

    noun feminine

    Die geloofwaardigheid van die leuenaar word vernietig en daar kan moontlik ’n permanente breuk wees wat vertroue betref.

    Η αξιοπιστία του ψεύτη καταστρέφεται, και μπορεί εύκολα να υπάρξει μόνιμος κλονισμός της εμπιστοσύνης.

  • εμπιστοσύνη

    noun feminine

    My familielede is dankbaar vir hierdie verandering, en ek het nou hulle vertroue gewen.

    Οι συγγενείς μου είναι ευγνώμονες για αυτή τη μεταμόρφωση, και έχω κερδίσει πια την εμπιστοσύνη τους.

  • πίστη

    noun feminine

    Met volle vertroue in Jehovah het hulle met die vragmotor vol kos die gebied binnegery.

    Με πλήρη πίστη στον Ιεχωβά, οδήγησαν σε εκείνη την περιοχή το φορτηγό γεμάτο τρόφιμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vertroue " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vertroue" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη