Μετάφραση του "week" σε Ελληνικά

Οι εβδομάδα, βδομάδα, επταήμερο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "week" σε Ελληνικά.

week noun γραμματική
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • εβδομάδα

    noun feminine

    Το χρονικό διάστημα που απαρτίζεται από επτά συνεχόμενα ημερονύκτια.

    Die ingewikkelde toestel word deur ’n werktuigkundige in stand gehou, wat dit elke week deeglik nagaan.

    Τη φροντίδα αυτής της περίπλοκης συσκευής έχει αναλάβει ένας μηχανικός, ο οποίος την ελέγχει εξονυχιστικά κάθε εβδομάδα.

  • βδομάδα

    noun feminine

    Daarna het ek hulle elke week uit die kombuis afgeluister.

    Έπειτα απ’ αυτό, καθόμουν κάθε βδομάδα στην κουζίνα και άκουγα.

  • επταήμερο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " week " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "week" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη