Μετάφραση του "weg" σε Ελληνικά

Οι δρόμος, οδός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weg" σε Ελληνικά.

weg noun adverb γραμματική
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • δρόμος

    noun masculine

    Hierdie verwikkelinge het die weg gebaan vir die industrialisering van seepmakery.

    Αυτές οι εξελίξεις άνοιξαν το δρόμο για τη βιομηχανοποίηση της παραγωγής σαπουνιού.

  • οδός

    noun feminine

    En hulle “weg”, of lewenswandel, sal saam met hulle tot ’n einde kom.

    Μαζί με αυτούς θα τερματιστεί και η «οδός» τους, δηλαδή η πορεία της ζωής τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weg " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weg" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη