Μετάφραση του "ner" σε Ελληνικά

Το ύπνος είναι η μετάφραση του "ner" σε Ελληνικά.

ner
+ Προσθήκη

Bench-Ελληνικά λεξικό

  • ύπνος

    noun masculine

    Περιοδική κατάσταση φυσιολογικής ανάπαυσης κατά την οποία η συνείδηση ανακόπτεται και ο μεταβολισμός ελαττώνεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη