Μετάφραση του "planinar" σε Ελληνικά

Οι αλπινιστής, ορειβάτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "planinar" σε Ελληνικά.

planinar
+ Προσθήκη

Βοσνιακά-Ελληνικά λεξικό

  • αλπινιστής

    noun masculine
  • ορειβάτης

    noun

    Planinar je, pa se mogla popeti na to drvo.

    Και είναι και ορειβάτης, έτσι θα μπορούσε να τον πάει σ'εκείνο το δέντρο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " planinar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "planinar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη