Μετάφραση του "plin" σε Ελληνικά
Οι αέριο, γκάζι, αέριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "plin" σε Ελληνικά.
plin
-
αέριο
noun neuterTo je miris koji se dodaje prirodnom plinu da bi se mogao prepoznati.
Είναι η οσμή που προσθέτουν στο φυσικό αέριο και δίνει την ευωδιά του.
-
γκάζι
nounNe želim da pričam, ali mi prete da će da seku plin.
Ξέρεις, δεν ήθελα να σου πω τίποτα, αλλά απείλησαν να μας κλείσουν το γκάζι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " plin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Plin
-
αέριο
noun adjectivePlin će da ubije Horna i sve ostale.
Το αέριο θα σκοτώσει τον Χορν και όποιον άλλον είναι μέσα.
Φράσεις παρόμοιες με "plin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φυσικό αέριο
-
Καταστατική εξίσωση των αερίων
-
φυσικό αέριο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη