Μετάφραση του "pol" σε Ελληνικά

Οι φύλο, πόλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pol" σε Ελληνικά.

pol
+ Προσθήκη

Βοσνιακά-Ελληνικά λεξικό

  • φύλο

    noun neuter

    Nije ih birao prema godinama prema polu ili odakle su.

    Δεν τους επιλέγει με βάση την ηλικία ή το φύλο ή από που κατάγονται.

  • πόλος

    noun masculine

    Podaci pokazuju da su polovi obrnuli magnetska polja.

    Eπίσης οι πόλοι της Γης αvτέστρεψαv τα μαγvητικά πεδία τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη