Μετάφραση του "struja" σε Ελληνικά
Το ηλεκτρισμός είναι η μετάφραση του "struja" σε Ελληνικά.
struja
-
ηλεκτρισμός
noun masculineSigurna, obnovljiva energija i jeftina struja za sve.
Ασφαλής, ανανεώσιμη ενέργεια και φθηνός ηλεκτρισμός για όλους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " struja " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "struja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ηλεκτρικό ρεύμα
-
Ηλεκτρικό ρεύμα
-
Συνεχές ρεύμα
-
ωκεάνιο ρεύμα
-
Εναλλασσόμενο ρεύμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη