Μετάφραση του "art" σε Ελληνικά

Οι τέχνη, επιτηδειότητα, καλλιτεχνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "art" σε Ελληνικά.

art noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τέχνη

    noun feminine

    procés de creació de coses sense valor intrínsec, amb valor extrínsec significatiu a través de l'apel·lació emocional o estètica

    Estic donant l'argument que art i creativitat són eines essencials per a l'empatia.

    Το επιχείρημά μου είναι πως η τέχνη και η δημιουργικότητα είναι πολύ σημαντικά εργαλεία ενσυναίσθησης.

  • επιτηδειότητα

    noun feminine
  • καλλιτεχνία

    feminine

    Solíem dir: Lebed és bon art, com verge és bon...

    Λέγαμε τότε, ότι ο Λέμπεντ και η καλλιτεχνία έχουν τόση σχέση, όσο η παρθένα και ένα καλό...

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δημιούργημα
    • δόλος
    • εξαπάτηση
    • πανουργία
    • προσόν
    • τέχνασμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " art " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "art" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "art" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη