Μετάφραση του "bon" σε Ελληνικά

Οι αγαθός, καλός, Μπον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bon" σε Ελληνικά.

bon adjective
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγαθός

    adjective

    Déu és just i bo, i respondrà si no deixem de fer oració.

    Εκείνος είναι δίκαιος και αγαθός και θα απαντήσει στους υπηρέτες του αν αυτοί δεν παύουν να προσεύχονται.

  • καλός

    noun masculine

    La presència del rei és bona per la moral.

    Η παρουσία του Βασιλιά κάνει καλό στο ηθικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bon
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μπον

    Θιβετιανή θρησκευτική παράδοση

    Bon Temps té un cos de policia de cinc persones i jo en sóc una.

    Το Μπον Τεμπς έστειλε μια αστυνομική δύναμη 5 ατόμων κι είμαι ένας τους.

Φράσεις παρόμοιες με "bon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη