Μετάφραση του "brot" σε Ελληνικά
Οι Βλαστός, ξέσπασμα, οφθαλμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "brot" σε Ελληνικά.
brot
noun
masculine
γραμματική
-
Βλαστός
Cada any hi creixen una nova generació de brots.
Κάθε χρόνο βγάζει νέους βλαστούς.
-
ξέσπασμα
nounAquestes actituds van provocar un brot d’apostasia que va dividir l’organització.
Αυτή η στάση συντέλεσε σε ένα ξέσπασμα αποστασίας που δίχασε την οργάνωση.
-
οφθαλμός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " brot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "brot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναβλύζω · αναβρύζω · βλασταίνω · ξεχύνομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη