Μετάφραση του "butaca" σε Ελληνικά

Το πολυθρόνα είναι η μετάφραση του "butaca" σε Ελληνικά.

butaca
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολυθρόνα

    noun feminine

    Veurà a un home assegut a una butaca.

    Θα δουν έναν άνθρωπο να κάθεται σε μια πολυθρόνα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " butaca " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "butaca" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη