Μετάφραση του "capa" σε Ελληνικά

Οι στρώμα, στρώση, υπέρεισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "capa" σε Ελληνικά.

capa noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στρώμα

    noun neuter

    Quan la llúdria neda, el seu pelatge reté una capa d’aire al voltant del cos.

    Όταν η ενυδρίδα κολυμπάει, το τρίχωμά της εγκλωβίζει ένα στρώμα αέρα κοντά στο σώμα της.

  • στρώση

    noun feminine

    És una única capa d’àtoms de carboni amb forma de xarxa hexagonal.

    Πρόκειται για μονή στρώση ατόμων άνθρακα διατεταγμένων σε εξαγωνικό ή κυψελοειδές πλέγμα.

  • υπέρεισμα

    neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπόβαθρο
    • υπόστρωμα
    • διάστρωση
    • στιβάδα
    • επίπεδο
    • επίχριση
    • επικάλυμμα
    • κάπα
    • μπέρτα
    • πανωφόρι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " capa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "capa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "capa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη