Μετάφραση του "carnal" σε Ελληνικά
Το σαρκικός είναι η μετάφραση του "carnal" σε Ελληνικά.
carnal
-
σαρκικός
adjectiveNo us vaig poder parlar com a homes espirituals, sinó com a homes carnals (1 Cor.
Δεν μπόρεσα να σας μιλήσω όπως σε πνευματικούς ανθρώπους, αλλά όπως σε σαρκικούς. —1 Κορ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " carnal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "carnal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σεξουαλική επαφή · σεξουαλική πράξη · συνουσία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη