Μετάφραση του "central" σε Ελληνικά
Οι κεντρικός, έδρα, ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "central" σε Ελληνικά.
central
adjective
noun
masculine
feminine
γραμματική
-
κεντρικός
adjective masculinePerò la espècie central de Zakouma són els elefants.
Αλλά το κεντρικό είδος στο Ζακούμα είναι οι ελέφαντες.
-
έδρα
noun feminineUn telegrama de I'oficina central.
Υπάρχει ένα τηλεγράφημα από την έδρα.
-
ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός
masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " central " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "central" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κεντρική αρτηρία του αμφιβληστροειδούς
-
Ενωμένες Επαρχίες της Κεντρικής Αμερικής
-
Κεντρική Ευρώπη · κεντρική Ευρώπη
-
Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
-
Κεντρική Αφρική · Κεντροαφρικανική Δημοκρατία
-
εργοστάσιο παραγωγής ισχύος · ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός · σταθμός ηλεκτροπαραγωγής
-
πυρηνικός σταθμός · πυρηνικός σταθμός ενέργειας
-
Θεώρημα κεντρικού ορίου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη