Μετάφραση του "coc" σε Ελληνικά
Οι άνθρακας, γαιάνθρακας, κάρβουνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "coc" σε Ελληνικά.
coc
verb
-
άνθρακας
noun -
γαιάνθρακας
noun -
κάρβουνο
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λιγνίτης
- λιθάνθρακας
- ξυλάνθρακας
- πετροκάρβουνο
- τύρφη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " coc " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "coc" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κράμα χαλκού
-
Χαλκός · αγκυλώνω · κεντώ · μαγειρεύω · μπακίρι · πονώ · τρυπώ · τσιμπώ · φουρνίζω · χαλκός · ψήνω
-
χαλκοχαράκτης
-
Ισότοπα του χαλκού
-
Θειικός χαλκός
-
καυτερό πιπέρι · πιπέρι καγιέν
-
ξερό δαμάσκηνο
-
Υδροξείδιο του χαλκού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη