Μετάφραση του "collar" σε Ελληνικά

Οι κολιέ, βιδώνω, περιδέραιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "collar" σε Ελληνικά.

collar verb noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κολιέ

    noun neuter

    I aquest collar va ser un regal seu?

    Και αυτό το κολιέ, ήταν δώρο από εσάς;

  • βιδώνω

    verb
  • περιδέραιο

    noun neuter

    La teva mare portava un collar que l'hi van prendre.

    Η μητέρα σου φορούσε ένα περιδέραιο που της το πήρε.

  • κολάρο

    noun

    He tingut la previsió de posar un collar a una rossa manaire molt especial.

    Προνόησα να βάλω κολάρο, σε μια ιδιαίτερα ξεχωριστή ξανθιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " collar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "collar"

Φράσεις παρόμοιες με "collar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Δαχτυλιδόχηνα
  • κλίκα · ομάδα · παρέα · συμμορία
  • Εστεμμένος γερανός
  • κολάρο σκύλου
  • Αυχένας · αυχένας · γιακάς · λαιμος · λαιμός · τράχηλος
  • θυρεοειδής χόνδρος · καρύδι · μήλο του Αδάμ
  • λαιμός ζιβάγκο · μπλουζάκι polo · σκληρό ψηλό κολάρο
  • ορεινό πέρασμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "collar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη