Μετάφραση του "combatent" σε Ελληνικά
Οι αγωνιστής, εμπόλεμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "combatent" σε Ελληνικά.
combatent
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
αγωνιστής
noun masculine -
εμπόλεμος
adjectivepersona que participa directament en les hostilitats d'un conflicte armat
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " combatent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "combatent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τεθωρακισμένο Όχημα Μάχης
-
πιλότος μαχητικών
-
Έπεσε στο καθήκον
-
αγωνίζομαι · καταπολεμώ · μάχομαι · πολεμώ
-
αγώνας πάλης
-
αγώνας μποξ · αγώνας πυγμαχίας
-
αγώνας · αγώνας πυγμαχίας · δράση · μάχη · μποξ · πάλη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη