Μετάφραση του "combustible" σε Ελληνικά
Οι καύσιμο, Καύσιμο, εύφλεκτο υλικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "combustible" σε Ελληνικά.
combustible
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
καύσιμο
noun neuterPerò les polítiques energètiques es van seguir centrant en trobar més combustibles fòssils.
Αλλά οι ενεργειακές πολιτικές συνέχιζαν να επικεντρώνονται στην εύρεση περισσότερων ορυκτών καυσίμων.
-
Καύσιμο
Però les polítiques energètiques es van seguir centrant en trobar més combustibles fòssils.
Αλλά οι ενεργειακές πολιτικές συνέχιζαν να επικεντρώνονται στην εύρεση περισσότερων ορυκτών καυσίμων.
-
εύφλεκτο υλικό
noun -
καύσιμη ύλη
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " combustible " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "combustible" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πύραυλος στερεών καυσίμων
-
Ορυκτά καύσιμα
-
πυρηνικά καύσιμα · πυρηνικό καύσιμο
-
Κυψέλη καυσίμου
-
Έγχυση καυσίμου
-
κυψέλη καυσίμου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη