Μετάφραση του "compost" σε Ελληνικά
Οι Κομπόστ, ένωση, πολυμερή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compost" σε Ελληνικά.
compost
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
Κομπόστ
-
ένωση
noun feminineUn compost que s'ha probat amb ratolins, BMN-111, és útil per evitar l'acció del gen de l'acondroplàsia.
Μια ένωση που έχει δοκιμαστεί σε ποντικούς, BMN - 111, είναι χρήσιμη στην πρόληψη της δράσης του γονιδίου της αχονδροπλασίας.
-
πολυμερή
noun -
χημική ένωση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compost " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "compost" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξάρτημα · στοιχείο · συστατικό
-
δημιουργώ · κάνω · καταρτίζω · κατασκευάζω · παράγω · συνθέτω · φτιάχνω
-
χημική ένωση
-
Ανόργανη ένωση
-
Οργανικές ενώσεις με φωσφόρο
-
ηλεκτρονικό εξάρτημα
-
Ιονική ένωση
-
διμερής ένωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη