Μετάφραση του "cors" σε Ελληνικά
Το κορσικανικά είναι η μετάφραση του "cors" σε Ελληνικά.
cors
adjective
noun
proper
masculine
γραμματική
-
κορσικανικά
n-p
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cors " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cors" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δυκολπική καρδιά
-
Χορωδία · επίκεντρο · θάρρος · κέντρο · καρδιά · κούπα · ουσία · πυρήνας · τόλμη · χορωδία · χορός
-
επιγαστρικό βοθρίο
-
καρδιακή βαλβίδα
-
Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος
-
Καρδία Καρόλου
-
Αιγαιόγλαρος
-
μέσος · μεσαίο δάχτυλο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη