Μετάφραση του "delit" σε Ελληνικά
Το ευχαρίστηση είναι η μετάφραση του "delit" σε Ελληνικά.
delit
-
ευχαρίστηση
noun feminineEl seu delit és en la llei de Jehovà, i en la seva llei hi medita dia i nit (Sl.
Βρίσκει ευχαρίστηση στον νόμο του Ιεχωβά και διαβάζει τον νόμο Του χαμηλόφωνα ημέρα και νύχτα. —Ψαλμ.
-
χαρά, ευφροσύνη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " delit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "delit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευφραίνω · τέρπω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη