Μετάφραση του "determinant" σε Ελληνικά

Οι ορίζουσα, Ορίζουσα, καθοριστικός παράγων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "determinant" σε Ελληνικά.

determinant verb
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορίζουσα

    noun feminine
  • Ορίζουσα

  • καθοριστικός παράγων

    noun

    com a determinant en la qualitat de vida d'algú.

    να είναι ως καθοριστικός παράγοντας για την ποιότητα της ζωής κάποιου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " determinant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "determinant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αμετάβλητος · δοσμένος · καθορισμένος
  • αποφασίζω · διαπιστώνω · δρω · εξακριβώνω · επιδρώ · καθορίζω · ορίζω · προσδιορίζω
  • προκαθορίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "determinant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη