Μετάφραση του "deute" σε Ελληνικά

Οι χρέος, οικονομική δέσμευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deute" σε Ελληνικά.

deute noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρέος

    noun neuter

    Si mantenim ferm el negoci, podrem pagar els deutes.

    Αν διατηρήσουμε τις επιχειρήσεις μας σταθερές θα μαζέψουμε αρκετά χρήματα για να αποπληρώσουμε τα χρέη μας.

  • οικονομική δέσμευση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deute " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "deute" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deute" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη